Ο «ατυχής» Ελληνοτουρκικός πόλεμος και η μάχη του Δομοκού, 5 Μαΐου 1897

Η Μάχη του Δομοκού από τον Φάουστο Ζονάρο



 Ο «ατυχής» Ελληνοτουρκικός Πόλεμος και η μάχη του Δομοκού

5 Μαΐου 1897


Γράφει ο Δημήτρης Β. Καρέλης


Ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι έμεινε γνωστός στη συλλογική μνήμη και ως το «μαύρο ’97». Η Ελλάδα είχε ήδη χρεοκοπήσει από το 1893 —γνωστή είναι η φράση του Χαρίλαου Τρικούπη «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»— και αδυνατούσε να εξυπηρετήσει τα χρέη της προς τους ξένους δανειστές και τις Μεγάλες Δυνάμεις.


Με την έναρξη του 1897, το κλίμα στην Ελλάδα ήταν ήδη εξαιρετικά τεταμένο, εξαιτίας της κρητικής εξέγερσης και των σφαγών των χριστιανικών πληθυσμών από τους Οθωμανούς. Στην Ευρώπη ενισχύονταν οι φωνές που ζητούσαν παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων υπέρ των Κρητικών, ενώ στην Ελλάδα η κοινή γνώμη πίεζε ασφυκτικά για την αποστολή στρατιωτικής δύναμης στο νησί.


Ως ολέθριο αποτέλεσμα του πολέμου αυτού, ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε στα πεδία των μαχών και ολόκληρη η Θεσσαλία περιήλθε, μέσα σε μόλις μία εβδομάδα, εκ νέου στην κυριαρχία των Οθωμανών. Οι Τούρκοι παρέμειναν στη Θεσσαλία από τον Απρίλιο του 1897 έως τον Φεβρουάριο του 1898 και αποχώρησαν μόνον αφού η Ελλάδα υποχρεώθηκε να καταβάλει βαρύτατες πολεμικές αποζημιώσεις. Η τελευταία πράξη εκείνου του εθνικού δράματος παίχτηκε στην περιοχή του Δομοκού και ολοκληρώθηκε με τη συνθηκολόγηση στη Λαμία.




Η μάχη του Δομοκού υπήρξε η τελευταία μεγάλη αναμέτρηση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ξεκίνησε στις 5 Μαΐου και σηματοδότησε το τελικό στάδιο της στρατιωτικής κατάρρευσης της Ελλάδας στο θεσσαλικό μέτωπο. Είχαν προηγηθεί οι μάχες στη Μελούνα, μεταξύ Τυρνάβου και Ελασσόνας (6 Απριλίου 1897), και στα Φάρσαλα (23 Απριλίου 1897). Μετά τις προηγούμενες αυτές συγκρούσεις, πολλοί Έλληνες στρατιώτες, εξαντλημένοι από τις συνεχείς πορείες, πέταξαν τους σάκους και τις αποσκευές τους, επειδή τους επιβάρυναν στην κίνηση. Έτσι, όταν έφθασαν στην περιοχή του Δομοκού, διέθεταν ουσιαστικά μόνο τον ατομικό τους οπλισμό. Παράλληλα, ήταν εκτεθειμένοι στο κρύο και στη βροχή, που εκείνες τις ημέρες ήταν αδιάκοπη.


Έλληνες και Ιταλοί Εθελοντές στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897



Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, για λόγους που εξηγεί στην έκθεσή του, έκρινε ότι η παράταση της μάχης στα Φάρσαλα ήταν επικίνδυνη. Αποφάσισε, λοιπόν, την υποχώρηση ολόκληρου του στρατού κατά τη νύχτα προς την ισχυρότερη αμυντική θέση του Δομοκού. Στις 2.05 τα ξημερώματα της 24ης Απριλίου έδωσε τη σχετική διαταγή. Η σύμπτυξη από τα Φάρσαλα στον Δομοκό πραγματοποιήθηκε με τάξη, χωρίς ουσιαστική παρενόχληση από τον εχθρό. Μόλις τα ελληνικά στρατεύματα έφτασαν στην περιοχή, καταυλίστηκαν και εγκατέστησαν προφυλακές. Από το Αρχηγείο δόθηκε επίσης εντολή σε αξιωματικούς του Επιτελείου να μελετήσουν την τοποθεσία του Δομοκού, για την οποία δεν υπήρχε επαρκής προεργασία.


Η φυσική κατάσταση του στρατεύματος παρέμενε σχετικά ικανοποιητική, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, το ηθικό και η ψυχολογική κατάσταση των ανδρών βρίσκονταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο.


Το μέτωπο, μήκους περίπου 25 χιλιομέτρων, άρχιζε από το χωριό Χαλαμπρέζι και εκτεινόταν ανατολικά προς τα χωριά Ασλανάρ, Κάτω Αγόριανη, Βελεσιώτες, Σκάρμιτσα, Πουρνάρι, Τσατμά, Μαντασιά κ.ά. Η παράταξη του ελληνικού στρατού, υπό τις διαταγές του διαδόχου Κωνσταντίνου, κατά την 5η Μαΐου στην περιοχή του Δομοκού, είχε ως εξής:


Στο δεξιό τμήμα, υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Μαστραπά, βρισκόταν η ΙΙ Ταξιαρχία στο Βούζι, με το 4ο Σύνταγμα στο Κιτίκι και στο Τσατμά, το 5ο Σύνταγμα στο Βούζι, το VII Τάγμα Ευζώνων στο Κοτσελί, την IV πεδινή πυροβολαρχία και την IV ορειβατική πυροβολαρχία του 3ου Συντάγματος στο Βούζι. Λόγω έλλειψης στελεχών πεζικού, το IV αυθύπαρκτο τάγμα πεζικού είχε διανεμηθεί στα δύο συντάγματα.



Στο κέντρο της παράταξης, υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Μαυρομιχάλη, είχε ταχθεί η IV Ταξιαρχία, με τον αντισυνταγματάρχη Ψαροδήμο στη Σκάρμιτσα (σημερινό Θαυμακό), με το ΙΙ Τάγμα Ευζώνων δεξιά των πεδινών πυροβολαρχιών και το Ι αυθύπαρκτο τάγμα στα δεξιά της παρατάξεως.


Το πεδινό πυροβολικό, με τις Ι, ΙΙ και ΙΙΙ πυροβολαρχίες του 2ου Συντάγματος, βρισκόταν στον λόφο Περιστεριά, κοντά στο Πουρνάρι. Στη δεύτερη γραμμή τοποθετήθηκαν το XI Τάγμα Ευζώνων στη θέση Αλατόγια, το VI αυθύπαρκτο τάγμα στο ύψωμα Ψηλόρραχη (468 μ.), το Χ αυθύπαρκτο τάγμα στο ύψωμα Σβέντζα και η λυόμενη πυροβολαρχία με τέσσερα πυροβόλα στη Σκαρμιτσόραχη.


Τρία τοπομαχικά των 10,5 και τέσσερα των 8,7 της Ι πεδινής πυροβολαρχίας του 3ου Συντάγματος έλαβαν θέση γύρω από τον Δομοκό. Στις Βελεσιώτες παρατάχθηκαν το ΙΧ Τάγμα Ευζώνων και το ΙΧ Τάγμα αυθύπαρκτου πεζικού, υπό τον ταγματάρχη Νικολαΐδη. Εκεί βρισκόταν και το ιππικό, που αποτελούνταν από έξι έως επτά ίλες.




Στα αριστερά της παράταξης τοποθετήθηκε η Ειδική Ταξιαρχία, υπό τον συνταγματάρχη Κακλαμάνο, στην Άνω Αγόριανη, με τα ΙΙΙ και VIII τάγματα αυθύπαρκτου πεζικού, το 1ο Τάγμα Μηχανικού με τρεις λόχους, πέντε πεζοπόρες ίλες, το IV Τάγμα Ευζώνων και δύο ορεινές πυροβολαρχίες.


Το ανεξάρτητο σώμα βρισκόταν επίσης στα αριστερά, υπό τον ταγματάρχη Τερτίπη, με το VIII Τάγμα Ευζώνων στο Αμαρλάρ, το Ι Τάγμα του 3ου Συντάγματος στο Ταμάσι, τα ΙΙ και ΧΙΙ τάγματα αυθυπάρκτων στα Ασλανάρ και Μπαλιγκλή, καθώς και τη Λεγεώνα των Φιλελλήνων στο Αμαρλάρ. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν και το Σώμα των Γαριβαλδινών, μαζί με δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες.


Η γενική εφεδρεία στον Δομοκό αποτελούνταν από την 1η Ταξιαρχία του συνταγματάρχη Πεζικού Ιωάννη Δημόπουλου, όπου υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός ο Παύλος Μελάς, τέσσερις πεδινές πυροβολαρχίες, έναν ακόμη ουλαμό και τρεις λόχους μηχανικού. Η συνολική αυτή δύναμη ανερχόταν σε 141 λόχους πεζικού, 3 λόχους μηχανικού, 7 ίλες ιππικού, 85 πυροβόλα και 943 εθελοντές. Συνολικά, ο ελληνικός στρατός διέθετε 28.200 τυφέκια, 1.325 σπάθες και 85 πυροβόλα.


Ο ελληνικός στρατός της εποχής ήταν σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτος και ανεπαρκώς εκπαιδευμένος. Ο οπλισμός του ήταν παρωχημένος, καθώς διέθετε παλαιά πυροβόλα και απαρχαιωμένα οπισθογεμή τυφέκια Gras M1874 με ξιφολόγχη, τους λεγόμενους «γκράδες», όπως τους αποκαλούσε ο λαός.


Από την άλλη πλευρά, ο Ετέμ Πασάς, μετά την κατάληψη των Φαρσάλων, του Βελεστίνου και του Βόλου, συνοδευόμενος από τον επικεφαλής των Γερμανών συμβούλων φον ντερ Γκολτς, σχεδίαζε να κινηθεί εναντίον του Δομοκού. Εντούτοις, είτε λόγω της εσωτερικής κατάστασης του οθωμανικού στρατού είτε για άλλους λόγους, η επιχείρηση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε πριν από τις 4 Μαΐου, ενώ η 5η Μαΐου ορίστηκε ως ημέρα προπαρασκευής και εκδήλωσης της επίθεσης.


Η δύναμη του οθωμανικού στρατού, αποτελούμενη από την 1η Μεραρχία (Χαϊρή), τη 2η Μεραρχία (Νεσάτ), την 3η Μεραρχία (Μεμδού), την 6η Μεραρχία (Χαμδή), μεραρχίες ιππικού, πυροβολικό στρατιάς και την εφεδρική ταξιαρχία του Χαϊδέρ, υπολογιζόταν σε 40.800 τυφέκια, συν 4.000 εθελοντές από την Πρίστινα, δηλαδή πάνω από 44.000 τυφέκια —κατά τον Douchy ακόμη και 50.000—, 1.200 σπάθες και 168 πυροβόλα. Ο τουρκικός στρατός ήταν επαρκώς γυμνασμένος και εξοπλισμένος με σύγχρονα όπλα, όπως πυροβόλα μεγαλύτερου βεληνεκούς από τα ελληνικά και επαναληπτικά τυφέκια Mauser, γερμανικής κατασκευής, διαμετρήματος 9,5 και 7,65 χιλιοστών. Το τουρκικό ιππικό ήταν οπλισμένο με σπάθη, αραβίδα Peabody-Martini, 60 φυσίγγια και πιστόλι, ενώ το πυροβολικό διέθετε πυροβόλα Krupp.


Στις 4 Μαΐου 1897 ο Ετέμ Πασάς εξέδωσε τη διαταγή πορείας και επίθεσης εναντίον του Δομοκού, ορίζοντας ως ημέρα εκδήλωσης της επίθεσης την επομένη, 5 Μαΐου. Ήταν τόσο βέβαιος για την επιτυχία του σχεδίου του, ώστε στη διαταγή του ανέφερε χαρακτηριστικά: «Εκ τούτων συνάγεται ότι την εσπέραν της 5ης Μαΐου το ύψωμα 790 Β.Δ. του Τσατμά και η γραμμή Κιτίκι – Κοτσελή (βόρεια της Σκοπιάς), πρέπει να βρίσκονται εις τας χείρας μας».

Ο Antonio Fratti (εξελ.: Αντώνιος Φράττης) ήταν Ιταλός πολιτικός, νομικός και αρθρογράφος.



Στον κεντρικό άξονα, γύρω στις 9 το πρωί της 5ης Μαΐου, εμφανίστηκαν οι δύο εχθρικές φάλαγγες που βάδιζαν από τα Φάρσαλα προς τον Δομοκό. Η μεγαλύτερη ακολούθησε τη γραμμή Φάρσαλα – Δομοκός και στράφηκε κατά των ελληνικών θέσεων προς το Πουρνάρι. Γύρω στις 3 το απόγευμα όλες οι προφυλακές του κεντρικού μετώπου είχαν υποχωρήσει. Μία φάλαγγα κινήθηκε προς την Κακκάρα με σκοπό να διασπάσει την αμυντική γραμμή, ενώ ταυτόχρονα άλλη φάλαγγα κατευθύνθηκε προς την Κουσλόμπα. Οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πετρομάγουλα, τον λόφο του Αγίου Γεωργίου και το χωριό Κουσλόμπα. Από τον λόφο του Αγίου Γεωργίου και από τα χαρακώματα αριστερά του δρόμου Φαρσάλων – Δομοκού, προσέβαλαν τις ελληνικές θέσεις μπροστά στους Μύλους και στην Περιστεριά.


Στο αριστερό μέτωπο, προς τις Βελεσιώτες, άρχισαν αραιά πυρά περίπου στις 11.30 το πρωί της 5ης Μαΐου. Ο διοικητής της 2ης Μεραρχίας, συνταγματάρχης Μαυρομιχάλης, απέστειλε ανήσυχος αναφορά στον Κωνσταντίνο, περιγράφοντας τις πολυάριθμες εχθρικές φάλαγγες που διέρχονταν από τον κάμπο της Θεσσαλιώτιδας —πάνω από 20.000 άνδρες, όπως ο ίδιος εκτιμούσε— και ζητώντας ενισχύσεις. Οι δυνάμεις, όμως, του Ριζά πασά της Μεραρχίας Νεσάτ ενισχύονταν συνεχώς με πυροβολαρχίες. Ο Ετέμ Πασάς ζήτησε να ενταθεί η προέλαση της Μεραρχίας Νεσάτ και διέταξε επίθεση από το κεντρικό μέτωπο, κυρίως μέσω του Πουρναρίου. Στις φάλαγγες προσβολής προηγούνταν Αλβανοί ακροβολιστές, οι λεγόμενοι Γκέγκηδες.


Η Μεραρχία του Χαϊρή αναχαιτίστηκε προσωρινά από τους Ευζώνους, όμως ο Χαϊρή διέταξε σφοδρό πυρ κατά των Βελεσιωτών. Το «Τάγμα των Ερυθροχιτώνων» κατάφερε, ύστερα από πολύωρες συγκρούσεις, να ανακόψει προσωρινά τα τουρκικά στρατεύματα, αναγκάζοντάς τα σε πρόσκαιρη υποχώρηση το απόγευμα της 5ης Μαΐου. Βαρύ, ωστόσο, υπήρξε το τίμημα για τους γενναίους αυτούς εθελοντές, που υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Ανάμεσα στα θύματα συγκαταλεγόταν και ο Ιταλός βουλευτής Αντόνιο Φράττι (1847–1897), ο οποίος τραυματίστηκε στη μάχη και υπέκυψε αργότερα στα τραύματά του.


Στην περιοχή της Σκάρμιτσας και των Βελεσιωτών, κατά τον φον ντερ Γκολτς, τον Πρώσο στρατιωτικό που αναδιοργάνωσε τον οθωμανικό στρατό κατά την περίοδο 1883–1896 και έγινε γνωστός και ως Γκολτς Πασάς, το μόνο στοιχείο που ευνοούσε τους Έλληνες ήταν τα ψηλά σπαρτά, τα οποία δεν είχαν ακόμη θεριστεί. Οι ελληνικές δυνάμεις αμύνθηκαν σθεναρά, αλλά η μορφολογία του εδάφους δεν επέτρεπε εύκολες μετακινήσεις και αναδιατάξεις, με αποτέλεσμα σοβαρές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και εφόδια. Το πυρ έπαυσε περίπου στις 8.30 το βράδυ.


Στη διήμερη μάχη οι απώλειες των Ελλήνων ανήλθαν περίπου σε 600 άνδρες, νεκρούς και τραυματίες, ενώ των Τούρκων σε 1.210.


Η απώλεια των θέσεων στο δεξιό τμήμα του μετώπου βάρυνε καθοριστικά στην απόφαση του διαδόχου Κωνσταντίνου για την υποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τον Δομοκό. Η ανεπάρκεια των διαθέσιμων δυνάμεων ήταν πλέον εμφανής, καθώς η κυβέρνηση, κακώς κατά πολλούς, κράτησε στον Αλμυρό και εκτός μάχης την ΙΙΙ Ταξιαρχία, αποδυναμώνοντας έτσι το μέτωπο.


Πράγματι, της μάχης του Δομοκού είχε προηγηθεί πολιτική σύγχυση, χαρακτηριστική της αταξίας σκέψεων και αποφάσεων της κυβέρνησης Δημητρίου Ράλλη. Έτσι, παρά τον ηρωικό αγώνα των Γαριβαλδινών εθελοντών —των Ιταλών φιλελλήνων του Ριτσιότι Γαριβάλδη μαζί με άλλους ερυθροχίτωνες, μεταξύ των οποίων και δύο καθολικοί ιερείς—, της Λεγεώνας των Φιλελλήνων και του αποσπάσματος του Τερτίπη, καθώς και παρά την αναχαίτιση του εχθρού στο αριστερό μέτωπο, η επικράτηση των Οθωμανών υπήρξε τελικά πλήρης.


Με εντολή του Κωνσταντίνου ακολούθησε υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων μέσω του Δερβέν Φούρκας (σημερινό Καλαμάκι), στις υπώρειες της Όθρυος.




Στη μάχη του Δομοκού έλαβε μέρος η «Λεγεώνα Φιλελλήνων και Γαριβαλδίνων», γνωστή και ως «Τάγμα των Ερυθροχιτώνων» λόγω των κόκκινων στολών της. Συνολικά πολέμησαν 3.060 ξένοι εθελοντές, από τους οποίους 2.783 ήταν Ιταλοί. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο στρατηγός Ριτσιότι Γαριβάλδης, γιος του Τζουζέπε Γαριβάλδη, ο βουλευτής Αντόνιο Φράττι, ο Νικόλα Μπαρμπάτο, οι Φερρούτσιο Τολομέι και Τζουζέππε Εβανγκελίστι, καθώς και ο Αμιλκάρε Τσιπριάνι. Σε ανάμνηση της μάχης εκείνης, οι Τούρκοι έστησαν μνημείο στον Δομοκό.


Τα ξένα εθελοντικά σώματα ήταν: πρώτον, το Γαριβαλδινό Σώμα, υπό τις διαταγές του Ριτσιότι Γαριβάλδη, με δύναμη 900 ανδρών (400 Ελλήνων, 390 Ιταλών και οι υπόλοιποι Γάλλοι, Άγγλοι, Δανοί κ.ά.), το οποίο οπλίστηκε και συντηρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και ενώθηκε με τον ελληνικό στρατό στη Θεσσαλία πριν από τη μάχη του Δομοκού· δεύτερον, σώμα 300 ανδρών, κυρίως Ιταλών, υπό τον Ιταλό συνταγματάρχη Ερνέστο Μπερτέτ· τρίτον, το μικρό ιταλικό σώμα υπό τον Αμιλκάρε Τσιπριάνι, το οποίο δρούσε ήδη από τις πρώτες ημέρες του πολέμου· και τέταρτον, η Φιλελληνική Λεγεώνα, δύναμης 150 ανδρών, εκ των οποίων 42 Ιταλοί, που αντιπροσώπευε 16 διαφορετικές εθνικότητες και διοικούνταν από τον λοχαγό του ελληνικού πυροβολικού Περικλή Βαρατάση, ο οποίος έπεσε ένδοξα στη μάχη του Δομοκού.


Τα αίτια της μεγάλης και ταπεινωτικής ήττας στον Δομοκό πρέπει να αναζητηθούν στην ανοργάνωτη διοίκηση και στην έλλειψη συνεννόησης μεταξύ του αρχηγού και των ανώτατων αξιωματικών. Για πολλούς υπήρξε απορίας άξιο πώς ήταν δυνατόν να χαθεί μία τόσο ισχυρή αμυντική θέση.



Ωστόσο, ο διάδοχος Κωνσταντίνος και οι πολιτικοί της εποχής γνώριζαν πως η οχυρότερη θέση της περιοχής δεν ήταν ο Δομοκός, αλλά ο αυχένας της Όθρυος, στο ύψος του Δερβέν Φούρκα, εκεί όπου βρίσκονταν άλλοτε τα πρώτα σύνορα του ελληνικού κράτους. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα σήμαινε ουσιαστικά την εγκατάλειψη ολόκληρης της Θεσσαλίας και την επιστροφή στα προ δεκαπενταετίας περίπου σύνορα.


Τις ίδιες ημέρες του 1897, ένα μεγάλο κύμα κατοίκων από τις περιοχές της Βόρειας Φθιώτιδας, κυρίως από χωριά που είχαν καταστραφεί ή απειλούνταν από τους Τούρκους, εγκατέλειπε άρον-άρον τον τόπο του, υπό τον φόβο της οθωμανικής εκδικητικότητας. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μόλις λίγα χρόνια πριν ο Δομοκός και η γύρω περιοχή βρίσκονταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Οι κατατρεγμένοι αυτοί άνθρωποι αναχωρούσαν με κάθε διαθέσιμο μέσο προς τη δυτική Φθιώτιδα, που τότε ήταν ελεύθερη.


Ακολούθησε η μάχη στην περιοχή του Δερβέν Φούρκα και της Δραχμάναγας, στις 6 Μαΐου 1897. Εκεί συγκρούστηκαν η 1η ελληνική Ταξιαρχία με την 1η και 6η τουρκική Ταξιαρχία. Μετά την υποχώρηση της ελληνικής στρατιάς από το πεδίο της μάχης του Δομοκού, οι ελληνικές δυνάμεις, συμπτυσσόμενες προς νότο, είχαν εντολή να καταλάβουν αμυντικά την τοποθεσία Δερβέν Φούρκα και Αβδουραχμάν Αγά (στο σημερινό 16ο χιλιόμετρο Λαμίας – Δομοκού, στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης – Δραχμάναγα).


Η μάχη κράτησε έως τις 8 το βράδυ. Το ελληνικό πεζικό, ακόμη και χωρίς επαρκή υποστήριξη πυροβολικού, πέτυχε να διατηρήσει τις θέσεις του. Χωρίς υποστήριξη, όμως, καταλήφθηκαν τα υψώματα της Αντίνιτσας και, μπροστά στον κίνδυνο αποκοπής από τη Λαμία, ο μέραρχος υποστράτηγος Μακρής αναγκάστηκε, κατά την 9η βραδινή ώρα, να διατάξει σύμπτυξη προς το εσωτερικό της στενωπού και κατόπιν πορεία προς τη Λαμία. Στη θέση Ταράτσα, τέσσερα χιλιόμετρα βόρεια της πόλης, συνεχίστηκε ο αγώνας την επομένη.




Το πρωί της 7ης Μαΐου ο Χακί Πασάς έλαβε από το Γενικό Στρατηγείο την εξής απάντηση σε αναφορά που είχε αποστείλει την προηγουμένη: «Ο Δομοκός και η Δερβέν-Φούρκα ευρίσκονται ήδη εις χείρας ημών, η ανακωχή δεν θα βραδύνει πολύ κατά τα φαινόμενα, ως εκ τούτου ανάγκη να προελάσητε μέχρι Λαμίας, προ της συνομολογήσεως ταύτης».


Την ίδια ημέρα, η εμπροσθοφυλακή του Ετέμ Πασά, συνοδευόμενη από άτακτους Τουρκαλβανούς πλιατσικολόγους, έφθασε στα αντερείσματα της Παλιοκούλιας, της Καμηλόβρυσης και της Ταράτσας, έξω από τη Λαμία. Ακολούθησαν μάχες στην Καμηλόβρυση και στην Ταράτσα, όπου τελικά οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν. Οι Έλληνες επιχείρησαν να οργανώσουν πρόχειρη αντίσταση στις Θερμοπύλες και στα Δύο Βουνά. Ο Σμολένσκης κατέφθασε από τον Αλμυρό και διατάχθηκε να κρατήσει το πέρασμα των Θερμοπυλών.


Τελικά, όμως, δεν χρειάστηκε να δοθούν νέες μάχες. Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ διέταξε ανακωχή, έπειτα από παρέμβαση του τσάρου της Ρωσίας Νικολάου Β΄. Εν τω μεταξύ, ο τότε νομάρχης Φθιωτιδοφωκίδος Κωνσταντίνος Έσλιν, συνοδευόμενος από τον λοχαγό Γεώργιο Χατζηανέστη, πέρασε με άμαξα και λευκή σημαία μέσα από τις οθωμανικές γραμμές και, μέσα σε πυκνούς πυροβολισμούς, έφθασε στο στρατηγείο του Οθωμανού αρχηγού της εμπροσθοφυλακής, Σεϊφουλάχ Πασά.


Εκεί επέδωσε ανεπίσημο τηλεγράφημα περί ανακωχής, διασπείροντας τη φήμη ότι ο πόλεμος είχε λήξει. Η ενέργεια αυτή συνέβαλε στην εκτόνωση της κατάστασης και έδωσε τον αναγκαίο χρόνο ώστε να φθάσει το επίσημο μήνυμα για τη συνθηκολόγηση. Τελικά, με τη μεσολάβηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, υπογράφηκε ειρήνη με επαχθέστατους όρους για την Ελλάδα.






Η Τουρκική στρατιωτική κατασκήνωση στην Ταράτσα, έξω από τη Λαμία.


Φωτό 1: Γενική άποψη του Δομοκού κατά την έναρξη της μάχης της 17ης Μαΐου. - Φωτ. Σαμπατιέρ (πρωτότυπος τίτλος: Vue générale de Domokho au commencement de la bataille du 17 mai. - Phot. Sabattier). 

Φωτό 2: Τα ασθενοφόρα στο Δομοκό: Οι εφεδρείες του ελληνικού στρατού στον αριστερό λοφίσκο. - Φωτ. Σαμπατιέρ (πρωτότυπος τίτλος: Les ambulances a Domokho: les réserves de Parmée grecque sur le mamelon à gauche. - Phot. Sabattier).


Φωτό 3: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. - Μάχη του Δομοκού.
Ο διάδοχος, πρίγκιπας Νικόλαος παρακολουθεί τη μάχη από το μπαλκόνι ενός σπιτιού στο χωριό. - Φωτογραφία Sabattier - Βλέπε άρθρο σελίδα 419. (πρωτότυπος τίτλος: LA GUERRE TURCO – GRECQUE . – Bataille de Domokho. La diadoque et la prince Nikolas, assistant à la bataille du balcon d’ un maison du village. – Photographie Sabattier – Voir Particle, page 419.).

Έλληνες Στρατιώτες στη μάχη του Δομοκού






#buttons=(Ok, Go it!) #days=(20)

Our website uses cookies to enhance your experience. Learn more
Ok, Go it!